Meaning of νεραντζιά | Babel Free
/ne.ɾanˈd͡zʝa/Ορισμοί
- μικρό αειθαλές δέντρο (είδος Citrus aurantium) με ωοειδή φύλλα και μικρά άσπρα άνθη· έχει ως καρπό το νεράντζι που μοιάζει πολύ με το πορτοκάλι
- γυναικείο όνομα
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του νεράντζι accusative, nominative, plural, vocative
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Νεραντζιάς)
Παραδείγματα
“Οι δρόμοι της Αθήνας είναι γεμάτοι νεραντζιές.”
The streets of Athens are full of bitter orange trees.
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.