Meaning of Νεοχωρίτης | Babel Free
/ne.o.xoˈɾi.tis/Ορισμοί
-
αυτός που κατάγεται από το Νεοχώρι ή κατοικεί εκεί demonym
- ανδρικό επώνυμο
-
αυτός που κατοικεί στη Νέα Χώρα Χανίων ή γεννήθηκε εκεί demonym
Παραδείγματα
“※ Κάποτε το μεσημβρινό τμήμα της Καινούργιας Χώρας δεν ξεχώριζε από τον κάμπο των Χανίων. Ήταν συνέχειά του. Ο κάμπος και οι ευωδιές του έχουν χαθεί πια για τους Νεοχωρίτες, ενώ περιορισμένη είναι η θέα προς τα αγέραστα Λευκά Όρη […].”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.