HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of νεονικοτινοειδής | Babel Free

Adjective CEFR C2

Ορισμοί

  1. που σχετίζεται με ή αφορά σε νέας γενιάς ουσία, φάρμακο ή σκεύασμα που περιέχει νικοτίνη
  2. νεονικοτινοειδές: το σχετικό σκεύασμα, φάρμακο ή ουσία

Παραδείγματα

“Πιο συγκεκριμένα οι ερευνητές μελέτησαν δεδομένα από το 1994 για να διαπιστώσουν το αν και πώς επηρέασαν τους πληθυσμούς των μελισσών τα περιβόητα νεονικοτινοειδή φυτοφάρμακα η χρήση των οποίων στις καλλιέργειες πήρε μεγάλες διαστάσεις στα μέσα της δεκαετίας του 2000. (*)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See νεονικοτινοειδής used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course