Meaning of νεονικοτινοειδής | Babel Free
Ορισμοί
- που σχετίζεται με ή αφορά σε νέας γενιάς ουσία, φάρμακο ή σκεύασμα που περιέχει νικοτίνη
- νεονικοτινοειδές: το σχετικό σκεύασμα, φάρμακο ή ουσία
Παραδείγματα
“Πιο συγκεκριμένα οι ερευνητές μελέτησαν δεδομένα από το 1994 για να διαπιστώσουν το αν και πώς επηρέασαν τους πληθυσμούς των μελισσών τα περιβόητα νεονικοτινοειδή φυτοφάρμακα η χρήση των οποίων στις καλλιέργειες πήρε μεγάλες διαστάσεις στα μέσα της δεκαετίας του 2000. (*)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.