Meaning of νεολογισμός | Babel Free
Ορισμοί
- κατά τον νεοκλασικισμό καινούργια λέξη που έχει εισαχθεί είτε ως συνθετική παλαιότερων στοιχείων (π.χ. εξατομικεύω, εξειδικεύω, ...), είτε ως δάνειο ξένης γλώσσας (π.χ. κοτολέτα, κομπιούτερ, ...)
- λέξη ή φράση που δημιουργήθηκε πρόσφατα
Ισοδύναμα
English
neologism
Παραδείγματα
“Σήμερα το φαινόμενο της νεολογίας μελετάται ενδελεχώς καθώς οι νεολογισμοί εμφανίζονται στην καθημερινή ζωή των ομιλητών όπως τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στις σύγχρονες τεχνολογίες, στα τεχνικά λεξιλόγια κ.α.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.