Meaning of νεοκλασικισμός | Babel Free
/ne.o.kla.si.ciˈzmos/Ορισμοί
πολιτισμικό, αισθητικό και καλλιτεχνικό ευρωπαϊκό κίνημα ή τάση, που μιμείται το ύφος και την τεχνική των κλασικών δημιουργημάτων ανανεώνοντας τον κλασικισμό
Ισοδύναμα
English
neoclassicism
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.