Meaning of νεοεισερχόμενος | Babel Free
/ne.o.i.seɾˈxo.me.nos/Ορισμοί
που τώρα εισέρχεται, που είναι ακόμα νέος σε μια κατάσταση
neologism
Παραδείγματα
“※ Η αυξημένη έως και κατά 50% ζήτηση, σε σχέση με το lockdown της περασμένης άνοιξης, οδηγεί σε νέες προσλήψεις, οι οποίες είναι δυνατόν να συμβάλουν μόνον έως ένα βαθμό στην επίλυση του προβλήματος. Και αυτό δεδομένου ότι απαιτείται περίπου ένας μήνας εκπαίδευσης για να είναι σε θέση να αναλάβει καθήκοντα ένας νεοεισερχόμενος εργαζόμενος στον χώρο των ταχυμεταφορών, όπου απασχολούνται συνολικά περίπου 9.000 άτομα και θα πρέπει να αυξηθούν κατά 4.500, δεδομένου ότι καταγράφεται έως και 50% άνοδος των παραγγελιών. (Οι προκλήσεις για τις εταιρείες ταχυμεταφορών, Η Καθημερινή, 19 Νοεμβρίου 2020)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.