Meaning of νεκρώνω | Babel Free
Ορισμοί
- διακόπτω τις φυσιολογικές λειτουργίες της ζωής, προκαλώ το θάνατο
- προκαλώ τοπική αναισθησία
- επιφέρω σε κάτι αδράνεια, το οδηγώ στην καταστροφή και την παύση της λειτουργίας του
- σταματώ να λειτουργώ
- περνάω σε κατάσταση αδράνειας και απραξίας, χωρίς κινητικότητα, δραστηριότητα και ζωντάνια, βρίσκομαι σε κατάσταση στασιμότητας
- παίρνω το ωχρό χρώμα του νεκρού από έντονη συναισθηματική κατάσταση, π.χ. φόβου ή έκπληξης
- χαμηλώνω ή αποκόπτω ήχο ή άλλη αίσθηση
Παραδείγματα
“ο οδοντίατρος νεκρώνει την περιοχή γύρω από το χαλασμένο δόντι με ένεση”
“επιδίωκε να νεκρώσει τη βουλιμία της”
“το τηλέφωνο νέκρωσε”
“οι απεργίες νέκρωσαν τις λειτουργίες των υπηρεσιών”
“είχε νεκρώσει από τον τρόμο του”
“το κανάλι ηχογράφησης νέκρωσε, κάτι αποσυνδέθηκε μάλλον”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.