ναυταπάτη
Ορισμοί
οποιαδήποτε ζημία που προκαλείται σε πλοίο ή στο μεταφερόμενο φορτίο του εκ προθέσεως (δόλος) από τον πλοίαρχο ή το πλήρωμα, με σκοπό την πρόκληση βλάβης στον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή, ή τον ναυλωτή (φορτωτή) ή τον ασφαλιστή
Παραδείγματα
“※ Διαφέρει δ ̓ ἡ ναυταπάτη τῆς πειρατείας, διότι αὕτη μὲν γίγνεται διὰ βιαίας ἐπιθέσεως κατὰ τοῦ κατέχοντος πρᾶγμα προσώπου, ἡ δὲ ναυταπάτη διὰ δόλου ὑπ ̓ αὐτοῦ τοῦ κατόχου πράττεται. (Νικόλαος Σαρίπολος, Σύστημα τῆς ἐν Ἑλλάδι ἰσχυούσης ποινικῆς νομοθεσίας, τόμ. 3ος, Αθήνα, Τύποις Χ.Ν. Φιλαδελφέως, σελ. 391, 1870)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free