HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ναρκωτικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/[naɾkɔtiˈkɔs]/

Ορισμοί

  1. που προκαλεί νάρκωση ή αναισθησία
  2. που παίζει για κάποιον τον ίδιο ρόλο όπως το ναρκωτικό: τον απασχολεί πολύ, δημιουργεί αίσθηση που μοιάζει με ψυχολογική εξάρτηση, κλπ

Ισοδύναμα

English Narcotic

Παραδείγματα

“όταν άρχισα να δουλεύω στο Βικιλεξικό, δεν ήξερα ότι να γινόταν ναρκωτικό, και τώρα πια είναι πολύ αργά για να το κόψω”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ναρκωτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course