Meaning of ναρκωθείτε | Babel Free
Ορισμοί
- β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ναρκώνομαι
- θα ναρκωθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ναρκώνομαι
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ναρκώνομαι
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.