Meaning of ναρκοπέδιο | Babel Free
/naɾ.koˈpe.ði.o/Ορισμοί
- έκταση ξηράς ή θάλασσας όπου έχουν τοποθετηθεί ή ποντιστεί νάρκες σε τέτοια διάταξη, ώστε να καθίσταται απαγορευτική η μέσω αυτής διέλευση
-
κατάσταση που εγκυμονεί κινδύνους figuratively
Παραδείγματα
“※ Ήταν η εποχή που οι ελληνικές θάλασσες ήταν γεμάτες από ναρκοπέδια, γερμανικά και ιταλικά (τα τελευταία μεγαλύτερα και περισσότερα). Γινόταν τότε εντατική ναρκαλιεία, για να καθαρίσουν τα νερά μας από τον ύπουλο εχθρό. Η εργασία αυτή ήταν αργή, κουραστική, γεμάτη κινδύνους. (Νίκος Α. Σταθάκης, Αμόνι και αρμύρα Αθηνά, 1983, σελ. 123)”
“※ Ο πολιτισμός δίνει ανάσες, «εξουδετερώνει» προσωρινά το πολιτικό ναρκοπέδιο τη δεκαετία του 1960. Η εγκιβωτισμένη εκρηκτική ύλη είναι όμως εκεί. και Η Ένωση Κέντρου έχει μόλις γεννηθεί, θεωρείται ευάλωτη, ψαθυρή. (Ελευθερία Κόλλια, Στα χρόνια του Χρήστου Λαμπράκη. Μαρτυρίες και αφηγήσεις για τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη 1957-2017, 2023)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.