Meaning of ναρκοθετικός | Babel Free
Ορισμοί
- : ο σχετικός με ναρκοθέτηση
- : ο σχετικός με πόντιση ναρκών, 'η ναρκοθέτιδα
Παραδείγματα
“"ναρκοθετικός αποκλεισμός", "ναρκοθετική εκπαίδευση", "ναρκοθετικό διάγραμμα"”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.