HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ναργιλές

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B2
na.ɾʝiˈles

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. συσκευή καπνίσματος ασιατικής προέλευσης στην οποία ο εισπνεόμενος καπνός φιλτράρεται προηγουμένως σε νερό

Ισοδύναμα

30 more languages
Azərbaycan dilihoqqaqəlyan
বাংলাহুক্কা
Bosanskisisa
Esperantoakvopipo
עבריתנרגילה
हिन्दीहुक़्क़ा
Hrvatskisisa
Magyarvízipipa
Italianonarghilè
Kurdînargîle
Македонскинаргиле
Nederlandswaterpijp
ਪੰਜਾਬੀਹੁੱਕ਼ਾ
Românănarghilea
Српскиsisa
Svenskavattenpipa
Türkçenargile
Українськакальян
اردوحُقَّہ
Tiếng Việtđiếu

Παραδείγματα

“ας πιούμε κα' (κανένα) ναργιλέ, ας πιούμε ένα(ν) ναργιλέ”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ναργιλές σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free