Meaning of ναργιλές | Babel Free
/na.ɾʝiˈles/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- συσκευή καπνίσματος ασιατικής προέλευσης στην οποία ο εισπνεόμενος καπνός φιλτράρεται προηγουμένως σε νερό
Ισοδύναμα
English
Hookah
Παραδείγματα
“ας πιούμε κα' (κανένα) ναργιλέ, ας πιούμε ένα(ν) ναργιλέ”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.