Meaning of μύλη | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
-
μυλόπετρα formal
-
χειροκίνητος μύλος broadly, formal
- τροχός που χρησιμεύει στο ακόνισμα ή τη λείανση αντικειμένων
- το μέρος ενός δοντιού που προεξέχει απ’ τα ούλα
- στρογγυλό οστό στην επιγονατίδα
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.