Meaning of μόνιππο | Babel Free
/ˈmo.ni.po/Ορισμοί
το όχημα (άμαξα) που σέρνεται από ένα μόνο άλογο
Παραδείγματα
“※ Τραμβάι και τραμβαγιέρηδες, ράθυμες βικτόριες, μόνιππα, κουδουνάτα μπιχλιμπιδάτα λαντό πηγαινοέρχονταν φουριόζικα αλέγκρα κουβαλώντας τους καλοζωισμένους άρχοντές της στην αποβάθρα (Βασίλης Ι. Τζανακάρης, Εάλω η Σμύρνη. Δακρυσμένη Μικρασία 1919-1922, εκδ. Μεταίχμιο, 2022 https://books.google.gr/books?id=jCZcEAAAQBAJ&pg=PT51&lpg=PT51&dq=%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CE%B9&source=bl&ots=rITeKA_vAO&sig=ACfU3U1U1Kvq2Q28WP5lYZFMJJMAY4UtDA&hl=en&sa=X&ved=2ahUKEwjzu6OZn8H2AhW_h_0HHX0dAiIQ6AF6BAghEAM#v=onepage&q=%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CE%B9&f=false)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.