Meaning of μυτίζω | Babel Free
/miˈti.zo/Ορισμοί
- τσιμπάω με το ράμφος κάτι για να το φάω
-
κάνω κάτι οξύ, φτιάχνω αιχμηρή μύτη σε ένα αντικείμενο ξύνοντάς το broadly
Παραδείγματα
“※ Η Κρουστάλλω […] Ο νους της, γοργόφτερο πουλί κλεισμένο χρόνους και καιρούς στο κλουβί της δυστυχίας, επετούσε τώρα ελεύθερο στον γαλανόν αιθέρα, στη δροσά τ’ ουρανού και τη χάρη του ήλιου, εκαθόταν στ’ ακροκλώναρα των δέντρων, εμύτιζε τους γλυκόχυμους σπόρους κι έλεγε το τραγουδάκι του τρισευτυχισμένο. ⌘ Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ο Ζητιάνος, κεφάλαιο Ε, 1896, έκδοση τι 1897.”
“μυτίζω το μολύβι, το μαχαίρι”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.