HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μυτίζω | Babel Free

Verb CEFR B1
/miˈti.zo/

Ορισμοί

  1. τσιμπάω με το ράμφος κάτι για να το φάω
  2. κάνω κάτι οξύ, φτιάχνω αιχμηρή μύτη σε ένα αντικείμενο ξύνοντάς το
    broadly

Παραδείγματα

“※ Η Κρουστάλλω […] Ο νους της, γοργόφτερο πουλί κλεισμένο χρόνους και καιρούς στο κλουβί της δυστυχίας, επετούσε τώρα ελεύθερο στον γαλανόν αιθέρα, στη δροσά τ’ ουρανού και τη χάρη του ήλιου, εκαθόταν στ’ ακροκλώναρα των δέντρων, εμύτιζε τους γλυκόχυμους σπόρους κι έλεγε το τραγουδάκι του τρισευτυχισμένο. ⌘ Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ο Ζητιάνος, κεφάλαιο Ε, 1896, έκδοση τι 1897.”
“μυτίζω το μολύβι, το μαχαίρι”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μυτίζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course