Meaning of μυριο- | Babel Free
/miɾ.ʝo/Ορισμοί
πρώτο συνθετικό που δίνει στη σύνθετη λέξη τη σημασία ότι αυτό που δηλώνει το δεύτερο συνθετικό γίνεται πολλές φορές, σε μεγάλο βαθμό ή υφίσταται σε πολλά αντίτυπα ή εκδοχές
literary, vulgar
Παραδείγματα
“μυριοστόλιστος”
“μυριόπλουτος”
“μυριαναστενάζω, μυριάκριβος”
“μυριάμετρο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.