μυριάζω
Ορισμοί
- αυξάνομαι σε μύριους
-
πληθαίνω, γίνομαι πολυπληθέστατος general
Παραδείγματα
“※ θα σε ρωτήσω, πεθερά, θα σε ρωτήσω, η μάννα, το τίνος είν’ τα πρόβατα ταργυροκουδουνάτα, πού χίλιασαν και μύριασαν και γέμισαν οι ράχαις; —Δικά μας είναι, νύφη μου, δικά μας, μαυρομάτα.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free