Meaning of μυριάζω | Babel Free
/miɾˈʝa.zo/Ορισμοί
- αυξάνομαι σε μύριους
-
πληθαίνω, γίνομαι πολυπληθέστατος general
Παραδείγματα
“※ θα σε ρωτήσω, πεθερά, θα σε ρωτήσω, η μάννα, το τίνος είν’ τα πρόβατα ταργυροκουδουνάτα, πού χίλιασαν και μύριασαν και γέμισαν οι ράχαις; —Δικά μας είναι, νύφη μου, δικά μας, μαυρομάτα.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.