HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μυθώδης | Babel Free

Adjective CEFR B1

Ορισμοί

  1. που έχει τα χαρακτηριστικά του μύθου
  2. υπερβολικά μεγάλος, τόσο μεγάλος όσο στα παραμύθια

Παραδείγματα

“Ως ισοβίως μαθητευόμενο μυθοπλάστη, δέσμιο των Εξαρχείων με κρατούσε ανέκαθεν, εξόν απ' το μεροδούλι, η μυθώδης αύρα αυτής της στριμωγμένης γειτονίτσας (Aύγουστος Κορτώ, στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 28 Δεκεμβρίου 2008)”
“μυθώδης περιουσία”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μυθώδης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course