Meaning of μπούγιο | Babel Free
/ˈbu.ʝo/Ορισμοί
- μεγάλος όγκος, συνήθως ανθρώπων, συνωστισμός
-
κάτι που γίνεται για εντυπωσιασμό figuratively
-
κάτι που γίνεται για πλάκα, για διασκέδαση figuratively
- αναβρασμός, αναστάτωση
Παραδείγματα
“η διαδήλωση ήταν ένα μπούγιο ανθρώπων”
“φέρε και τους φίλους σου για μπούγιο”
“※ Από κει έμπαινε κ' έβγαινε το εμπόρευμα, χωρίς μπούγιο και φασαρία, σα να γινόταν λαθρεμπόριο. (Δημήτρης Χατζής, Σαμπεθάι Καμπιλής (Το τέλος της μικρής μας πόλης)”
“έκφραση: κάνω μπούγιο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.