HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μπούγιο | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈbu.ʝo/

Ορισμοί

  1. μεγάλος όγκος, συνήθως ανθρώπων, συνωστισμός
  2. κάτι που γίνεται για εντυπωσιασμό
    figuratively
  3. κάτι που γίνεται για πλάκα, για διασκέδαση
    figuratively
  4. αναβρασμός, αναστάτωση

Παραδείγματα

“η διαδήλωση ήταν ένα μπούγιο ανθρώπων”
“φέρε και τους φίλους σου για μπούγιο”
“※ Από κει έμπαινε κ' έβγαινε το εμπόρευμα, χωρίς μπούγιο και φασαρία, σα να γινόταν λαθρεμπόριο. (Δημήτρης Χατζής, Σαμπεθάι Καμπιλής (Το τέλος της μικρής μας πόλης)”
“έκφραση: κάνω μπούγιο”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μπούγιο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course