Meaning of μπουσούλησε | Babel Free
Ορισμοί
- γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπουσουλάω
- β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπουσουλάω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.