μπουμπού
Ορισμοί
-
προσφώνηση για θηλυκό μωρό που συνήθως υπονοεί ευτραφές και στρουμπουλό κοριτσάκι familiar
-
γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Μπουμπούς rare
- χαϊδευτικό γυναικείο όνομα, χωρίς αντιστοίχιση με συγκεκριμένο βαφτιστικό όνομα
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Μπουμπούς accusative, genitive, singular, vocative
-
προσφώνηση για αγαπητό πρόσωπο θηλυκού γένους, οποιασδήποτε ηλικίας· και Μπουμπού ως χαϊδευτικό όνομα γυναίκας broadly, familiar
Παραδείγματα
“※ […] Αμαλία Μεγαπάνου, Δημήτριος και ́Άρτεμις Μπουμπού, Μίνα Μπούρα, Χαράλαμπος Μπούρας […]”
“※ Το 1971 ήταν γι' αυτόν σημαδιακή χρονιά, καθώς γνώρισε τη γυναίκα της ζωής του, Μπουμπού Μπαρμπαλιά, ενώ προχώρησε και στην ίδρυση της εταιρείας που θα τον εκτόξευε στο πάνθεον των γνωστότερων αρχιτεκτόνων της χώρας μας.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free