HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μπουμπού | Babel Free

Noun CEFR B2
/buˈbu/

Ορισμοί

  1. προσφώνηση για θηλυκό μωρό που συνήθως υπονοεί ευτραφές και στρουμπουλό κοριτσάκι
    familiar
  2. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Μπουμπούς
    rare
  3. χαϊδευτικό γυναικείο όνομα, χωρίς αντιστοίχιση με συγκεκριμένο βαφτιστικό όνομα
  4. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Μπουμπούς
    accusative, genitive, singular, vocative
  5. προσφώνηση για αγαπητό πρόσωπο θηλυκού γένους, οποιασδήποτε ηλικίας· και Μπουμπού ως χαϊδευτικό όνομα γυναίκας
    broadly, familiar

Παραδείγματα

“※ […] Αμαλία Μεγαπάνου, Δημήτριος και ́Άρτεμις Μπουμπού, Μίνα Μπούρα, Χαράλαμπος Μπούρας […]”
“※ Το 1971 ήταν γι' αυτόν σημαδιακή χρονιά, καθώς γνώρισε τη γυναίκα της ζωής του, Μπουμπού Μπαρμπαλιά, ενώ προχώρησε και στην ίδρυση της εταιρείας που θα τον εκτόξευε στο πάνθεον των γνωστότερων αρχιτεκτόνων της χώρας μας.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μπουμπού used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course