Meaning of μπουμπουνίζω | Babel Free
/bu.buˈni.zo/Ορισμοί
-
κάνω ένα θόρυβο που ακούγεται σαν "μπου-μπου" (ενώ καίω με μεγάλη φλόγα) intransitive
-
ρίχνω στη φωτιά πολλά ξύλα για να αυξηθεί η φλόγα transitive
-
χρησιμοποιώ μεγάλες ποσότητες κάποιου υλικού figuratively
-
καταφέρω χτύπημα, πλήγμα transitive
Παραδείγματα
“μπουμπούνισε το φαγητό στο αλάτι και δεν τρώγεται”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.