HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μπουκαδόρος | Babel Free

Noun masculine CEFR C1
/bu.kaˈðo.ɾos/

Ορισμοί

είδος κλέφτη που εισέρχεται (μπουκάρει) στα οικήματα από ξεκλείδωτες πόρτες, ανοιχτά παράθυρα, φεγγίτες, μπαλκονόπορτες και, γενικότερα, από μη ασφαλισμένα σημεία, τα οποία δε χρειάζεται να παραβιάσει κατά την είσοδό του στο χώρο

Παραδείγματα

“※ Μην ξεχνάτε ποτέ: Ο Μπουκαδόρος δ ε ν είναι Διαρήκτης. Ο Μπουκαδόρος δ ε ν κάνει Διάρηξη.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μπουκαδόρος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course