Meaning of μπολσεβικικών | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μπολσεβίκικος genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού του μπολσεβικικός genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του μπολσεβίκικος feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του μπολσεβικική genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μπολσεβίκικος genitive, neuter, plural
-
γενική πληθυντικού του μπολσεβικικό genitive, plural
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.