Meaning of μπλακ άουτ | Babel Free
/ˈblak ˈa.ut/Ορισμοί
- αιφνίδια διακοπή ηλεκτροδότησης σε μεγάλη περιοχή
-
αιφνίδια διακοπή λειτουργίας figuratively
- απώλεια συνείδησης
Παραδείγματα
“※ Σε συναγερμό παραμένει ο Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ) για την αποφυγή ενός μπλακ άουτ στο Λεκανοπέδιο Αττικής.”
“※ Την απόφαση της κυβέρνησης για επίταξη των απεργών της εταιρείας Σταθερές Συγκοινωνίες (ΣΤΑΣΥ) ακολούθησε απεργιακή συσπείρωση των εργαζομένων σε όλες τις αστικές συγκοινωνίες. Αποτέλεσμα είναι και σήμερα να σημειώνεται κυκλοφοριακό μπλακ άουτ, καθώς δεν κινείται κανένα μέσο μαζικής μεταφοράς.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.