Meaning of μπιρμπιλίζω | Babel Free
Ορισμοί
είμαι ή φαίνομαι ζωηρός, ναζιάρης, λάμπω
rare, vulgar
Παραδείγματα
“Η όψη του ήταν πάντοτε γελαστή και τα μάτια του μπιρμπίλιζαν. (Αντόν Τσέχωφ, Διηγήματα: Ο Βάνκας, μτφρ. Κυριάκος Σιμόπουλος, εκδ. Θεμέλιο)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.