μπιλιάρδο
Ορισμοί
- παιχνίδι που παίζεται σε ειδικό τραπέζι (με τρύπες / υποδοχές της μπάλας ή χωρίς) από παίκτες που προσπαθούν χτυπώντας μπάλες διαφόρων χρωμάτων με μια στέκα είτε να τις ρίξουν στις ειδικές τρύπες / υποδοχές του τραπεζιού είτε να κάνουν καραμπόλες μεταξύ τους
-
το κατάστημα που έχει τα σχετικά τραπέζια και παίζεται το παραπάνω παιχνίδι figuratively
Ισοδύναμα
34 more languages
العربيةبِلْيَارْدُو
Българскибилярд
བོད་སྐད།རྒྱུག་པོལ
Catalàbillar
Češtinakulečník
Danskbillard
Esperantobilardo
Gaeilgebilléardaí
Magyarbiliárd
Հայերենբիլիարդ
Italianobiliardi
日本語ビリヤード
ქართულიბილიარდი
Қазақ тілібильярд
한국어당구
Latviešubiljards
Nederlandsbiljart
Portuguêsbilhar
Românăbiliard
Русскийбильярд
Svenskabiljard
Kiswahilibiliadi
ไทยบิลเลียด
Tagalogbilyar
Türkçebilardo
Tiếng Việtbi-a
Παραδείγματα
“Παίξαμε μπιλιάρδο μέχρι αργά το βράδυ.”
We played billiards until late at night.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free