Meaning of μπερμπερίζω | Babel Free
Ορισμοί
-
μορφή του μπαρμπαρίζω, συνώνυμοlithoksou.net· πρόσβαση: 2021-07-27. (για ανθρώπους) του μπελάζω (), σκούζω· μιλάω ακαταλαβίστικα ή μιλάω χαμηλόφωνα^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) dated, familiar, vulgar
-
φροντίζω τη γενειάδα κάποιου, ξυρίζω κάποιον και, γενικότερα, τον περιποιούμαι όπως ο κουρέας dated, familiar, vulgar
Παραδείγματα
“※ Όλη μέρα μπερμπερίζει | και το βράδυ μουρμουρίζει”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.