HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μπερμπερίζω | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. μορφή του μπαρμπαρίζω, συνώνυμοlithoksou.net· πρόσβαση: 2021-07-27. (για ανθρώπους) του μπελάζω (), σκούζω· μιλάω ακαταλαβίστικα ή μιλάω χαμηλόφωνα^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
    dated, familiar, vulgar
  2. φροντίζω τη γενειάδα κάποιου, ξυρίζω κάποιον και, γενικότερα, τον περιποιούμαι όπως ο κουρέας
    dated, familiar, vulgar

Παραδείγματα

“※ Όλη μέρα μπερμπερίζει | και το βράδυ μουρμουρίζει”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μπερμπερίζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course