Meaning of μπεζερίζω | Babel Free
Ορισμοί
-
αποκάμνω, κουράζομαι κάνοντας συνεχώς κάτι vulgar
-
δυσκολεύομαι να κάνω κάτι vulgar
Παραδείγματα
“※ Μπεζέρισα νὰ περπατῶ στοῦ κάμπου τὰ λιοβόρια. (Κώστασ Κρυστάλλης (1868‑1894), Στὸ Σταυραητό)”
“μπεζέρισα ν' ανοίξω την πόρτα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.