Meaning of μπαϊραχτάρη | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Μπαϊραχτάρης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Μπαϊραχτάρης accusative, genitive, singular, vocative
- μπαϊραχτάρης, στη γενική του ενικού
- μπαϊραχτάρης, στην αιτιατική του ενικού
- μπαϊραχτάρης, στην κλητική του ενικού
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.