HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μπαϊρακτάρης | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

  1. στρατιώτης ή άλλος τιτλούχος που κουβαλάει και έχει την ευθύνη της σημαίας
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. Αλβανός φύλαρχος
  4. αυταρχικός μάγκας (από τον στρατιωτικό Δημήτριο Μπαϊρακτάρη (1832–1904) ο οποίος, όταν διορίστηκε αστυνομικός διευθυντής Αθηνών το 1893, συνελάμβανε χωρίς στοιχεία τους τότε γραφικούς παρανόμους (κουτσαβάκηδες) και τους εξευτέλιζε δημοσίως πριν τους φυλακίσει)

Παραδείγματα

“※ Ὁ Κωσταντὴς ξεμπούκαρε, σούρνοντας τὰ παληκάρια του, μὲ μπαϊράκι ξεδιπλωμένο. Τὸ ἅρπαξε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ μπαϊραχτάρη του, τὸ κάρφωσε στὸ δῶμα. (Παντελής Πρεβελάκης, Ὁ Κρητικός. Ἡ πρώτη λευτεριά, 1949)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μπαϊρακτάρης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course