Meaning of μπατακτσής | Babel Free
Ορισμοί
- αυτός που συστηματικά δεν πληρώνει τα χρέη του
- ανδρικό επώνυμο
-
απατεώνας broadly
Παραδείγματα
“Υπάρχει, γενικώς, μια «ανοχή» σε ό,τι αφορά τους καθ’ οιονδήποτε τρόπο μη συνεπείς φορολογουμένους: για τους «μπατακτσήδες», αυτούς δηλαδή που δεν φοροκλέπτουν αλλά... καθυστερούν με χίλιους δυο τρόπους την καταβολή των όσων οφείλουν, υπάρχει το απαράδεκτο (και κάθε τόσο επαναλαμβανόμενο – πάντα με τη «διευκρίνιση» ότι γίνεται «για τελευταία φορά!») καθεστώς των... «ρυθμίσεων», με προκλητικά ευνοϊκούς όρους, που το μόνο «θετικό» τους αποτέλεσμα (γιατί η πείρα έχει δείξει ότι δεν λειτουργεί ως κίνητρο για την καταβολή των οφειλομένων!) είναι να δημιουργεί στους συνεπείς φορολογουμένους την αίσθηση, που μετατρέπεται σε... πεποίθηση, ότι... απλώς είναι ηλίθιοι και πιάνονται κορόιδα. (Εφημερίδα Καθημερινή, 22/2/2008)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.