Meaning of μπαστακώνομαι | Babel Free
Ορισμοί
παραμένω κάπου, χωρίς την θέληση άλλου/άλλων, και γίνομαι φορτικός, ενοχλητικός
Παραδείγματα
“χτες, που λες, ήρθαν ξαφνικά κάποιοι μακρινοί συγγενείς στο εργαστήριο και μου μπαστακώθηκαν όλο το πρωί, οπότε δεν μπόρεσα να τελειώσω τη δουλειά σου”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.