HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μπασμένος | Babel Free

Verb CEFR B2

Ορισμοί

  1. που έχει μπει, που τον έχουν βάλει κάπου
  2. κατατοπισμένος, πληροφορημένος, μυημένος, έμπειρος
    broadly
  3. μικροκαμωμένος, μικρόσωμος
    figuratively
  4. καχεκτικός
    figuratively, offensive

Παραδείγματα

“※ […] ο Κώστας ήταν πιο «μπασμένος» στα ερωτικά, είχε και ένα λέγειν, ήταν γενικά «πέφτουλας», που λένε σήμερα τα παιδιά, καμάκι το λέγαμε εμείς τότε.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μπασμένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course