Meaning of μπασμένος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει μπει, που τον έχουν βάλει κάπου
-
κατατοπισμένος, πληροφορημένος, μυημένος, έμπειρος broadly
-
μικροκαμωμένος, μικρόσωμος figuratively
-
καχεκτικός figuratively, offensive
Παραδείγματα
“※ […] ο Κώστας ήταν πιο «μπασμένος» στα ερωτικά, είχε και ένα λέγειν, ήταν γενικά «πέφτουλας», που λένε σήμερα τα παιδιά, καμάκι το λέγαμε εμείς τότε.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.