Meaning of μπαρούφα | Babel Free
/baˈɾu.fa/Ορισμοί
- ο ανόητος λόγος, η κουβέντα που ειπώθηκε για να εντυπωσιάσει, αλλά στερείται λογικού περιεχομένου
- γυναικείο επώνυμο
Παραδείγματα
“※ Η μπαρουφολογία στη χώρα πάει σύννεφο! Υπάρχουν τουλάχιστον τριών ειδών μπαρούφες: οι κενολογικές, οι επιδεικτικές και οι συνθηματολογικές. Όλα τα είδη ευδοκιμούν στον εγχώριο πολιτικό κήπο, συμπεριλαμβανομένων και των υβριδίων. (Χαρίδημος Τσούκας, Η τραγωδία των κοινών: Πολιτική φαυλότητα, απαξίωση θεσμών, εκδ. Ίκαρος, 2015)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.