HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μπαρούφα | Babel Free

Noun CEFR B2
/baˈɾu.fa/

Ορισμοί

  1. ο ανόητος λόγος, η κουβέντα που ειπώθηκε για να εντυπωσιάσει, αλλά στερείται λογικού περιεχομένου
  2. γυναικείο επώνυμο

Παραδείγματα

“※ Η μπαρουφολογία στη χώρα πάει σύννεφο! Υπάρχουν τουλάχιστον τριών ειδών μπαρούφες: οι κενολογικές, οι επιδεικτικές και οι συνθηματολογικές. Όλα τα είδη ευδοκιμούν στον εγχώριο πολιτικό κήπο, συμπεριλαμβανομένων και των υβριδίων. (Χαρίδημος Τσούκας, Η τραγωδία των κοινών: Πολιτική φαυλότητα, απαξίωση θεσμών, εκδ. Ίκαρος, 2015)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μπαρούφα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course