Meaning of Μπαρμπαρέζος | Babel Free
/baɾ.baˈɾe.zos/Ορισμοί
- ο κάτοικος της Μπαρμπαριάς
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Μπαρμπαρέζου)
Παραδείγματα
“※ Κατά τον 16^ο αιώνα με την εδραίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Μπαρμπαρέζοι πειρατές έσπευσαν να προσέλθουν στην υπηρεσία του σουλτάνου. Ο επιφανέστερος από αυτούς ήταν ο εξωμότης Χαϊρεδδίν Μπαρμπαρόσα (1466-1546), χάρη στον οποίον ο οθωμανικός στόλος κατόρθωσε να αποκτήσει συντριπτική υπεροπλία στην ανατολική Μεσόγειο.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.