HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μπαρμπάτσι | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. : αυτός που φοράει κοντοβράκα, ο κοντοβρακάς που αφήνει γυμνές τις γάμπες του (στη μικρασιατική διάλεκτο)
    idiomatic
  3. αφεντικό
    idiomatic

Παραδείγματα

“φαίνεται πως τα μπαρμπάτσια της Σμύρνης ξεχώριζαν για την ομορφιά τους, όπως μαρτυρά σχετικό σμυρναίικο τραγούδι:”
“τση Σμύρνης τα μπαρμπάτσια στη Ρόδο αράξανε / τάδαν οι Ροδοπούλες κι αναστενάξανε”
“Οι Μαρουσιώτες αποκαλούνται μεταξύ τους Μπαρμπάτσια, από τη λέξη «μπαρμπάτσι» που θα πει αφεντικό (Το ήξερες ότι... - Ένα θέμα που πρέπει όλοι οι Αθηναίοι να διαβάσουν!, athensmagazine.gr, 22 Νοεμβρίου 2016)”
“※ Εν τω μεταξύ, μετά τον Ουτσίκοφ, παίκτης της ομάδας πρέπει να θεωρείται και ο Ρουμάνος Μάριο Μπαρμπάτσι”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μπαρμπάτσι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course