Meaning of μπαρμπάτσι | Babel Free
Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
: αυτός που φοράει κοντοβράκα, ο κοντοβρακάς που αφήνει γυμνές τις γάμπες του (στη μικρασιατική διάλεκτο) idiomatic
-
αφεντικό idiomatic
Παραδείγματα
“φαίνεται πως τα μπαρμπάτσια της Σμύρνης ξεχώριζαν για την ομορφιά τους, όπως μαρτυρά σχετικό σμυρναίικο τραγούδι:”
“τση Σμύρνης τα μπαρμπάτσια στη Ρόδο αράξανε / τάδαν οι Ροδοπούλες κι αναστενάξανε”
“Οι Μαρουσιώτες αποκαλούνται μεταξύ τους Μπαρμπάτσια, από τη λέξη «μπαρμπάτσι» που θα πει αφεντικό (Το ήξερες ότι... - Ένα θέμα που πρέπει όλοι οι Αθηναίοι να διαβάσουν!, athensmagazine.gr, 22 Νοεμβρίου 2016)”
“※ Εν τω μεταξύ, μετά τον Ουτσίκοφ, παίκτης της ομάδας πρέπει να θεωρείται και ο Ρουμάνος Μάριο Μπαρμπάτσι”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.