HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μπανγκαλόου | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/baŋ.gaˈlo.u/

Ορισμοί

  1. μονώροφο σπίτι, συνήθως με όλα τα δωμάτια σε ένα επίπεδο (ή και με κάποια δωμάτια στον χώρο της οροφής)
  2. μονώροφο (ή και ενίοτε διώροφο) σπιτάκι με βεράντα (ή βεράντες), που μαζί με άλλα όμοια και γειτονικά αποτελεί τουριστική ξενοδοχειακή μονάδα ή τμήμα της

Ισοδύναμα

English Bungalow

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μπανγκαλόου used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course