Meaning of μπαμπάτσικος | Babel Free
Ορισμοί
- παιδί που έχει μεγαλύτερο σώμα από ότι θα ήταν αναμενόμενο για την ηλικία του
- γεμάτος, μπόλικος, πληθωρικός
Παραδείγματα
“※ Aυτή η μαμά μπορεί να είναι μια σταλιά όμως γέννησε ένα μπαμπάτσικο μωρό 5 κιλών χωρίς να πάρει ούτε ένα παυσίπονο! (Μικροκαμωμένη μαμά γέννησε κορίτσαρο 5 κιλών χωρίς παυσίπονα! 11 Αυγούστου 2021, larissanet.gr https://www.larissanet.gr/2021/08/11/mikrokamomeni-mama-gennise-koritsaro-5-kilon-choris-pafsipona/)”
“※ Και αυτή η μοιραία γυναίκα, η Μαριάνθη, ένα ευτραφές ραμολιμέντο με ξιγκάκια και μπαμπάτσικα στήθια που πάφλαζαν με το παραμικρό γελάκι, βρισκόταν τώρα ανάμεσα τους (Κώστας Εμμανουηλίδης, Ιπτάμενη πολυθρόνα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1999)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.