Meaning of μπακαλιάρος | Babel Free
/ba.kaˈʎa.ɾos/Ορισμοί
- κοινή ονομασία του είδους ψαριού του γένους Γάδος (Gadus) της οικογένειας των Γαδιδών, με μήκος περίπου 1,5 μ. και βάρος μέχρι 15 κιλά. Ψαρεύεται κυρίως στον Ατλαντικό και τη Βόρεια Θάλασσα. Από το συκώτι του παράγεται το μουρουνέλαιο.
- κοινή ονομασία του είδους ψαριού μερλούκιος
-
πολύ αδύνατος άνθρωπος figuratively
Παραδείγματα
“※ Παραδοσιακό έδεσμα της ημέρας του Ευαγγελισμού (...) είναι ο μπακαλιάρος και μάλιστα συνοδεία της γνωστής σκορδαλιάς. (@tovima.gr)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.