HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μπακαλιάρος | Babel Free

Noun masculine CEFR C1
/ba.kaˈʎa.ɾos/

Ορισμοί

  1. κοινή ονομασία του είδους ψαριού του γένους Γάδος (Gadus) της οικογένειας των Γαδιδών, με μήκος περίπου 1,5 μ. και βάρος μέχρι 15 κιλά. Ψαρεύεται κυρίως στον Ατλαντικό και τη Βόρεια Θάλασσα. Από το συκώτι του παράγεται το μουρουνέλαιο.
  2. κοινή ονομασία του είδους ψαριού μερλούκιος
  3. πολύ αδύνατος άνθρωπος
    figuratively

Ισοδύναμα

English Cod salt cod

Παραδείγματα

“※ Παραδοσιακό έδεσμα της ημέρας του Ευαγγελισμού (...) είναι ο μπακαλιάρος και μάλιστα συνοδεία της γνωστής σκορδαλιάς. (@tovima.gr)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μπακαλιάρος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course