Meaning of μπακαλίστικος | Babel Free
/ba.kaˈli.sti.kos/Ορισμοί
- που σχετίζεται με το μπακάλικο ή τον μπακάλη
-
που γίνεται με προχειρότητα και με βάση την εμπειρία figuratively
-
που χαρακτηρίζεται από μικροψυχία και υπολογιστικό τρόπο σκέψης figuratively, offensive
Παραδείγματα
“μπακαλίστικος λογαριασμός”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.