Meaning of μπαγιονέτ | Babel Free
/ba.ʝoˈnet/Ορισμοί
- τύπος κουμπωτού λαμπτήρα που έχει στη βάση του δύο προεξοχές με τις οποίες στερεώνεται στο ντουί
- τύπος ντουί για τους παραπάνω λαμπτήρες, που αντί για σπείρωμα (βιδώματος) έχει δύο συμμετρικές πλευρικές εγκοπές σε σχήμα «Γ» όπου κουμπώνει (στερεώνεται) ο λαμπτήρας
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.