HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μπαγιονέτ

Ουσιαστικό CEFR B2
ba.ʝoˈnet

Ορισμοί

  1. τύπος κουμπωτού λαμπτήρα που έχει στη βάση του δύο προεξοχές με τις οποίες στερεώνεται στο ντουί
  2. τύπος ντουί για τους παραπάνω λαμπτήρες, που αντί για σπείρωμα (βιδώματος) έχει δύο συμμετρικές πλευρικές εγκοπές σε σχήμα «Γ» όπου κουμπώνει (στερεώνεται) ο λαμπτήρας

Ισοδύναμα

EnglishBayonet
Españolbayoneta
Françaisbaïonnette
11 more languages
Češtinabajonet
Italianobaionetta
Nederlandsbajonet
Portuguêsbaioneta
Русскийштык
Türkçesüngü
中文刺刀
繁體中文刺刀

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μπαγιονέτ σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free