HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μπαγιονέτ | Babel Free

Noun CEFR B2
/ba.ʝoˈnet/

Ορισμοί

  1. τύπος κουμπωτού λαμπτήρα που έχει στη βάση του δύο προεξοχές με τις οποίες στερεώνεται στο ντουί
  2. τύπος ντουί για τους παραπάνω λαμπτήρες, που αντί για σπείρωμα (βιδώματος) έχει δύο συμμετρικές πλευρικές εγκοπές σε σχήμα «Γ» όπου κουμπώνει (στερεώνεται) ο λαμπτήρας

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μπαγιονέτ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course