Meaning of μπαγιάτικος | Babel Free
/baˈʝa.ti.kos/Ορισμοί
- που έχει αρκετά παλιά ημερομηνία παραγωγής / παρασκευής και η γεύση του, η όψη του και η οσμή του δεν το κάνουν πια ελκυστικό για κατανάλωση
-
παλιός, παρωχημένος figuratively
Ισοδύναμα
English
stale
Παραδείγματα
“αυτή η είδηση είναι πια μπαγιάτικη”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.