Meaning of μπέζα | Babel Free
/ˈbe.za/Ορισμοί
- σύνδεσμος που χρησιμοποιείται για το κόντεμα σχοινιών χωρίς να κοπούν ή να λυθούν οι άκρες τους από τα σημεία που είναι δεμένα
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Μπέζας
- πόλη και επαρχία της Πορτογαλίας
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Μπέζας
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.