Meaning of μπάμπουρας | Babel Free
/ˈba.bu.ɾas/Ορισμοί
-
αγριομέλισσα, ευμεγέθης κατ' όγκο που παράγει έντονο βόμβο idiomatic
- ανδρικό επώνυμο
Ισοδύναμα
English
Bumblebee
Παραδείγματα
“※ Ένας μπάμπουρας μου έχωσε το κεντρί του στο ματόφυλλο κι από λίγο να στραβωθώ. (Μάρω Δούκα, Πού 'ναι τα φτερά;, Αθήνα 1975)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.