Meaning of μούτο | Babel Free
/ˈmu.tɔ/Ορισμοί
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του μούτος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του μούτος
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.