Meaning of μούργος | Babel Free
Ορισμοί
- μεγάλο, συνήθως σκουρόχρωμο, σκυλί των βοσκών
- ανδρικό επώνυμο
- άνθρωπος άξεστος, απότομος. Η λέξη χρησιμοποιείται υβριστικά ή ειρωνικά
Παραδείγματα
“Ο τσοπάνης έδωσε μια κλωτσιά στα πισινά του μούργου”
“Καλά, ρε μούργο, πού πήγες και βρόμισες έτσι;”
“※ Αφόντας λοιπόν το σκεδίασε, με το νου του, είπε ν' αλλάξει και τ' όνομά του —μάλλον το παρανόμι του. Και από Μούργος (καθαυτό) γίνηκε Μουργόπουλος (από το διήγημα του Γιώργου Δενδρινού (1904-1938) «Η βιτρίνα», στη συλλογή αφηγημάτων: Ειρήνη υμίν, επιμέλεια: Ε.Χ. Γονατάς (Αθήνα: Στιγμή, 1988), σ. 35)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.