Meaning of μουσκευτείς | Babel Free
Ορισμοί
- β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μουσκεύομαι
- θα μουσκευτείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μουσκεύομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.