Meaning of μουσίτσα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
-
κατεργάρης figuratively
- προσφώνηση ομορφούλας, λεπτοκαμωμένης και κατεργάρας γυναίκας# (έντομο) είδος μικρού εντόμου
- σκνίπα
Παραδείγματα
“※ Άσε κι εκείνη τη μπηχτή για τους βασιλείς, νομίζει η μουσίτσα ότι δεν κατάλαβα που το πάει, στο λαιμό της κάθεται η βασιλική οικογένεια, κι αυτηνής και του παπά, ξέρω εγώ, κι ας μην το λένε ξεκάθαρα (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτης του Ποσειδώνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.